Σε αυτή τη μελέτη γίνεται μία προσπάθεια αποσαφήνισης της σημασίας της δημιουργίας ενδοκειμενικών και διακειμενικών συνεπαγωγών στην ανάπτυξη της ικανότητας της αναγνωστικής κατανόησης. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε μαθητές των δύο τελευταίων τάξεων του δημοτικού σχολείου που είτε αντιμετωπίζουν αναγνωστικές δυσκολίες είτε όχι. Στους μαθητές δόθηκε ένα αφηγηματικό κείμενο και αξιολογήθηκε μέσα από ερωτήσεις κατανόησης πολλαπλής επιλογής η ικανότητά τους να δημιουργούν α. ενδοκειμενικές συνεπαγωγές, οι οποίες σχετίζονται με τη συνοχή του κειμένου και θεωρούνται απαραίτητες για την επαρκή κατανόηση του κειμένου και β. διακειμενικές συνεπαγωγές, οι οποίες σχετίζονται με το γνωστικό υπόβαθρο των μαθητών και συμβάλλουν στην ενίσχυση της κατανόησης, αλλά δε θεωρούνται καίριας σημασίας για την κατανόηση. Τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν τη σημαντικότητα των συνεπαγωγών στην αναγνωστική κατανόηση των μαθητών και παράλληλα φαίνεται η διαφοροποιητική τους συσχέτιση μεταξύ των ικανών και των μη επαρκών αναγνωστών. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες και του συγκεκριμένου δείγματος υστερούν στις ανώτερες δεξιότητες κατανόησης (συμπέρασμα που προκύπτει και από τη συγκριτική εξέταση των αποτελεσμάτων της παρούσας έρευνας), αν και η συνεχής παρουσία των υπό ανάγνωση κειμένων περιορίζει την επίδραση της περιορισμένης χωρητικότητας της μνήμης εργασίας και τις δυσκολίες που μπορεί να δημιουργούνται από δυσχέρειες στην ανάκληση των πληροφοριών, ενώ ενισχύει τον σχηματισμό των λογικών συνεπαγωγών.