Οι έρευνες τις τελευταίες δεκαετίες, οι οποίες εστιάζουν στην εφαρμογή της διαμορφωτικής αξιολόγησης για την αποτίμηση της μάθησης μέσω της αναγνωστικής κατανόησης των μαθητών, προτείνουν τον σχεδιασμό κατάλληλων ερωτήσεων, οι οποίες θα προωθούν και θα ανιχνεύουν τη διαδικασία της μάθησης και θα αποτελούν παράλληλα εργαλεία ενίσχυσης της κυριολεκτικής, της ενδοκειμενικής και διακειμενικής κατανόησης αλλά και κίνητρα εμπλοκής των μαθητών στη μάθηση. Για να επιτελούν οι ερωτήσεις τον ρόλο για τον οποίο σχεδιάζονται, δηλαδή να αξιολογούν την κατανόηση των μαθητών κυρίως ως διαδικασία και μετά ως αποτέλεσμα, θα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές, όπως είναι η σαφήνεια, η ακρίβεια, να είναι εύληπτες και να έχουν ξεκάθαρο γνωστικό στόχο. Για τους μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες, απαιτείται διαφοροποιημένος σχεδιασμός, που θα τους
βοηθήσει στην ευχερή αποκωδικοποίηση και θα τους παρωθήσει να διαβάσουν το κείμενο και να συλλέξουν τις βασικότερες πληροφορίες από αυτό, καθώς αυτοί αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κατανόηση των ίδιων των ερωτήσεων.
Η συμβολή των ερωτήσεων είναι σημαντική στην ανάπτυξη και ενίσχυση της αναγνωστικής κατανόησης∙ από τη μία καθοδηγούν τη σκέψη και λεκτικοποιούν τον τρόπο που συντελείται η μάθηση και από την άλλη αποτελούν εργαλεία της αξιολόγησης της κατανόησης, τόσο ως διαδικασία όσο και ως αποτέλεσμα της μάθησης (Κρόκου, 2011). Μέσα από τον σχεδιασμό κατάλληλων ερωτήσεων, ο εκπαιδευτικός μπορεί να παρατηρήσει τη διάρθρωση της σκέψης του μαθητή και να ανιχνεύσει ποιες στρατηγικές ανάκλησης και κατανόησης χρησιμοποιεί. Οι μαθητές, οι οποίοι μπορούν και παράγουν ερωτήσεις, είναι ικανοί να σκέφτονται και να μαθαίνουν. Υπάρχουν αρκετά είδη ερωτήσεων που ενεργοποιούν και κινητοποιούν τη σκέψη ή αναζητούν αυτό που κρύβεται κάτω από την επιφανειακή γνώση ή κινητοποιούν για την αναζήτηση επιπλέον πηγών ή ελέγχουν την ορθότητα των αποφάσεών μας.